1ο ΓΕ.Λ Θερμαϊκού

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς
Αρχική ---> Μαθήματα (σημειώσεις) ---> Αρχαία Ελληνικά ---> Πλάτωνος,"Πρωταγόρας": Ενότητα 6η(μετάφραση-σχόλια)

Πλάτωνος,"Πρωταγόρας": Ενότητα 6η(μετάφραση-σχόλια)

E-mail Εκτύπωση PDF

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Σ’ αυτή λοιπόν την περίπτωση ο καθένας θυμώνει με τον καθένα και τον συμβουλεύει, επειδή κατά τη γνώμη του (η αρετή) αποκτιέται ολοφάνερα με επιμέλεια και μάθηση˙ αν πράγματι θέλεις, Σωκράτη, να καταλάβεις τι τελοσπάντων σημαίνει το να τιμωρεί κανείς αυτούς που αδικούν, αυτό το ίδιο θα σε διδάξει ότι οι άνθρωποι βέβαια πιστεύουν πως η αρετή είναι κάτι που μπορεί να αποκτηθεί. Γιατί κανένας δεν τιμωρεί αυτούς που αδικούν έχοντας το νου του σ’ αυτό και εξαιτίας αυτού, δηλαδή εξαιτίας του ότι διέπραξε ένα αδίκημα, εκτός αν κάποιος εκδικείται ασυλλόγιστα, όπως ακριβώς ένα θηρίο˙ και αυτός που επιχειρεί να τιμωρεί σύμφωνα με τη λογική δεν παίρνει εκδίκηση για το αδίκημα που έχει διαπραχθεί στο παρελθόν – γιατί δεν μπορεί βέβαια να κάνει αυτό που έγινε να μην έχει γίνει – αλλά για το μέλλον, δηλαδή για να μην αδικήσει πάλι ούτε αυτός ο ίδιος ούτε άλλος που είδε ότι αυτός τιμωρήθηκε. Και επειδή έχει τέτοια σκέψη, πιστεύει ότι είναι δυνατό να διδαχτεί η αρετή˙ τιμωρεί βέβαια για να αποτραπεί στο μέλλον επανάληψη της αδικίας. Αυτή λοιπόν τη γνώμη έχουν όλοι, όσοι ακριβώς επιβάλλουν τιμωρίες και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή. Και τιμωρούν για εκδίκηση και για σωφρονισμό όποιους τυχόν νομίζουν ότι αδικούν και οι άλλοι άνθρωποι και προπαντός οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου˙ επομένως, σύμφωνα μ’ αυτό το συλλογισμό και οι Αθηναίοι είναι από αυτούς που πιστεύουν ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί και να διδαχτεί. Ότι λοιπόν δικαιολογημένα δέχονται οι συμπολίτες σου και το μεταλλουργό και τον τσαγκάρη να δίνει συμβουλές για τα πολιτικά πράγματα (ή ζητήματα), και ότι νομίζουν πως η αρετή μπορεί να διδαχτεί και να αποκτηθεί, σου το έχω αποδείξει, Σωκράτη, επαρκώς, όπως τουλάχιστον μου φαίνεται.

 

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Θυμοῦται < θυμόομαι –οῦμαι: θυμός, εύθυμος, πρόθυμος, κυκλοθυμικός.

νουθετεῖ < νοῦς + τίθημι

ἐννοῆσαι < ἐν + νοέω -ῶ: νους, νόηση, νοησιαρχικός, παράνοια, πρόνοια, μετάνοια, διχόνοια, άνοια, παρανοϊκός.

δύναται < δύναμαι: δυνατός, δύναμη, δυναμικός, ενδυνάμωση.

ἡγοῦνται < ἡγέομαι –οῦμαι: ηγέτης, ηγεμόνας, περιηγητής, αφηγητής, καθηγητής

τιμωρεῖται < τιμωρέω –ῶ < τιμὴ + ὁρῶ

ἐπιχειρῶν: εγχείρηση, επιχείρηση, διαχείριση, επιχείρημα, χειρολαβή, χειράμαξα, χειραφέτηση, χειραγώγηση.

παρεληλυθότος < πάρειμι / παρέρχομαι: ερχομός, έλευση, προσέλευση, διέλευση, ελευθερία, ανεξίτηλος, ισθμός, εισιτήριο, εξιτήριο, προσηλυτισμός, προσιτός.

ἀγένητον < γίγνομαι: γόνος, γονίδιο, γονέας, γέννηση, νεογνό, γενέθλιος, γένος, ιθαγενής.

ἰδίᾳ: ιδιωτικός, ιδιόμορφος, ιδιόρρυθμος, ιδιοσυγκρασία, ιδιοτελής, ιδιότροπος.

πολῖται: πολίτευμα, πολιτικός, πολιτευτής, πολιτεία, πόλη.

λόγον < λέγω: λέξη, λεξικό, λογοπαίγνιο, έπος, ρητό, ρήση, επίρρημα, ρήτορας.

ἀποδέχονται < ἀπὸ + δέχομαι: δοχείο, δέκτης, δεξαμενή, αποδοχή, παραδοχή, συνεκδοχή, υποδοχή.

σκυτοτόμου < σκῦτος (τὸ) + τέμνω: (τομή, τόμος, τμήση, τμήμα, τεμάχιο, διχοτόμος, επιτομή, διατομή, σύντομος).

συμβουλεύοντος < σὺν + βουλεύω: βουλή, βούλευμα, προβούλευμα, διαβούλευση, εκδούλευση, βουλευτής.

ἀποδέδεικται < ἀπὸ + δείκνυμαι: δείκτης, δείγμα, ένδειξη, υπόδειξη, απόδειξη, παράδειγμα, υπόδειγμα, δειγματολόγιο, δειγματοληψία.

φαίνεται < φαίνομαι: φάσμα, φαινόμενο, φανάρι, φάντασμα, φαντασία.

 

1. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «Ἔνθα δὴ πᾶς παντὶ θυμοῦται καὶ νουθετεῖ, δῆλον ὅτι ὡς ἐξ ἐπιμελείας καὶ μαθήσεως κτητῆς οὔσης

Η φράση αυτή συνδέει την αποδεικτέα θέση της προηγούμενης ενότητας με την αποδεικτέα θέση που θα παρουσιαστεί σ’ αυτή την ενότητα.
Σύμφωνα με τα προηγούμενα, το ότι καθένας θυμώνει και τιμωρεί και συμβουλεύει («οἱ θυμοὶ καὶ αἱ κολάσεις καὶ αἱ νουθετήσεις») όσους δεν έχουν ελαττώματα δοσμένα από τη φύση ή την τύχη, δηλαδή όσους δεν έχουν την πολιτική αρετή, αποδεικνύει ότι αυτή αποκτιέται με μάθηση και διδασκαλία.
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι, ενώ στο τέλος της προηγούμενης ενότητας γίνεται αναφορά στις τιμωρίες που επιβάλλονται, αυτές λείπουν από το συμπέρασμα, για να γίνει λόγος αποκλειστικά σ’ αυτές στην παρούσα ενότητα ως στοιχείο της επόμενης αποδεικτέας θέσης.

 

 2. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ: «Εἰ γὰρ ἐθέλεις ἐννοῆσαι τὸ κολάζειν.........εἶναι ἀρετήν

«Εἰ γὰρ ἐθέλεις ἐννοῆσαι τὸ κολάζειν, Σώκρατες, τοὺς ἀδικοῦντας τί ποτε δύναται, αὐτό σε διδάξει ὅτι οἵ γε ἄνθρωποι ἡγοῦνται παρασκευαστὸν εἶναι ἀρετήν

Σ’ αυτό το σημείο εντοπίζεται η νέα αποδεικτέα θέση. Ο Πρωταγόρας αναλύοντας τη σκοπιμότητα της τιμωρίας θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αρετή διδάσκεται.

 

3. Η άποψη του Πρωταγόρα για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας και η κριτική της.

«Οὐδεὶς γὰρ κολάζει τοὺς ἀδικοῦντας πρὸς τούτῳ τὸν νοῦν ἔχων καὶ τούτου ἕνεκα, ὅτι ἠδίκησεν, ὅστις μὴ ὥσπερ θηρίον ἀλογίστως τιμωρεῖται˙ ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται – οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη - ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα».

Σ’ αυτό το απόσπασμα ο Πρωταγόρας αναφέρεται σε δύο είδη τιμωρίας κάνοντας χρήση δύο διαφορετικών ρημάτων:

α) Με το ρήμα τιμωροῦμαι αναφέρεται στην τιμωρία που έχει ως στόχο την εκδίκηση και την ικανοποίηση του αδικηθέντος.
β) Με το ρήμα κολάζω αναφέρεται στην έλλογη τιμωρία.
(Βλέπε και σχόλιο σχολικού βιβλίου: «κολάζει», σελ. 88)

Κατά τη γνώμη του, ο άνθρωπος ως έλλογο ον οφείλει να επιβάλλει τιμωρίες με το δεύτερο σκεπτικό, απορρίπτοντας τα κίνητρα της ανταπόδοσης και της αντεκδίκησης. Η τιμωρία, για τον Πρωταγόρα, έχει παιδευτικό χαρακτήρα και όχι εκδικητικό και κατασταλτικό. Στόχος της δεν είναι η θεραπεία ενός αδικήματος που έχει ήδη διαπραχθεί, γιατί αυτό αποτελεί μια συντελεσμένη πια πραγματικότητα, η οποία δεν μπορεί να αλλάξει («οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη»). Αντίθετα, αφορά την αποτροπή διάπραξης μιας άδικης πράξης στο μέλλον («τοῦ μέλλοντος χάριν»). Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος της είναι διττός:

  • ο σωφρονισμός του παραβάτη («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος»), ώστε να μη διαπράξει ποτέ ξανά στο μέλλον αδίκημα και
  • ο παραδειγματισμός («μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα»)

των υπολοίπων.

«μετὰ λόγου»
Χρήσιμο είναι να αναφέρουμε τις σημασίες που έχει η λέξη «λόγος» στο κείμενο. Αρχικά, έχει τη σημασία του έναρθρου λόγου, καθώς πρέπει να επιχειρείται ο σωφρονισμός του παραβάτη μέσω νουθεσιών. Από αυτή την έννοια προέρχονται και οι εξής σημασίες της λέξης: το λεγόμενο, η λέξη, η γλώσσα, η ομιλία, το όνομα, ο ισχυρισμός, η απόφαση, η απάντηση, η διαταγή, η εντολή, η συνδιάλεξη, ο έπαινος, η κακή φήμη, το διήγημα, η διήγηση, ο μύθος, ο πεζός λόγος, η πεζογραφία. Επίσης, ο λόγος έχει τη σημασία της διάνοιας, της σκέψης που εκφράζεται με τον έναρθρο λόγο, την ομιλία, του λογικού, του ορθού λόγου, καθώς αυτός που επιβάλλει τιμωρίες πρέπει να λειτουργεί με βάση τη λογική και όχι με κίνητρα εκδίκησης. Από αυτή την έννοια προέρχονται και οι εξής σημασίες: η βάση της λογικής, η δικαιολογία, ο συλλογισμός, η θεωρία, η εκτίμηση, ο λογαριασμός, η λογοδοσία, η συμμετρία, η αναλογία.

Κριτική της θεωρίας του Πρωταγόρα για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας

  • Η άποψη του Πρωταγόρα κρίνεται ιδιαίτερα ρηξικέλευθη και πρωτοποριακή για την εποχή της, καθώς παρόμοιες αντιλήψεις άρχισαν να ακούγονται και να εφαρμόζονται για πρώτη φορά την εποχή του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (18ος μΧ. αιώνας) από τον Τσεζάρε Μπεκαρία στο έργο του «Περί Εγκλημάτων και Ποινών».
  • Ωστόσο για την εποχή της ήταν μάλλον ανεφάρμοστη, γιατί οι Αθηναίοι συνέδεαν την τιμωρία με την εκδίκηση και με την ικανοποίηση του ίδιου του παθόντος ή των συγγενών ενός θύματος. Όπως πίστευαν ότι η αλαζονεία (ὕβρις) προκαλεί την οργή (τίσις) και την τιμωρία (νέμεσις) των θεών με στόχο την αποκατάσταση της ηθικής τάξης, κάτι ανάλογο ακολουθούσαν και στην καθημερινότητά τους στη συναναστροφή τους με τους άλλους ανθρώπους. Μια τέτοια στάση, βέβαια, δικαιολογείται, αν λάβουμε υπόψη τον πόνο και την αγανάκτηση του ανθρώπου που υφίσταται την αδικία.

4. Πώς συνυφαίνεται η επιβολή της θανατικής ποινής (ενότητα 4) με την παιδευτική σημασία της τιμωρίας (ενότητα 6);

Ο Πρωταγόρας στην 4η ενότητα πρότεινε ως ποινή για όποιον δε συμμετέχει στην αἰδῶ και τη δίκη τη θανατική ποινή («κτείνειν ὡς νόσον πόλεως»). Σ’ αυτή την ενότητα, αντίθετα, μιλά για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα»). Φαινομενικά, λοιπόν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια αντίφαση: η θανατική ποινή δεν αφήνει περιθώρια βελτίωσης στο δράστη σε αντίθεση με την έλλογη τιμωρία.
Η αντίφαση αίρεται, αν λάβουμε υπόψη μας και το ακόλουθο χωρίο της 7ης ενότητας: «… πρέπει να εκδιώκουμε από την πόλη ή να σκοτώνουμε ως ανίατο όποιον δεν υπακούει σε αυτό το πράγμα ακόμα και μετά τη διδασκαλία, ακόμα και μετά την τιμωρία». Η θανατική ποινή αποτελεί, λοιπόν, έσχατο μέσο τιμωρίας που επιβάλλεται όταν οι άλλες μορφές τιμωρίας (νουθεσίες, θυμοί, μικρές τιμωρίες, εξορία και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων) δεν έχουν επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή το σωφρονισμό του δράστη. Μάλιστα επιβάλλεται όχι για να εκδικηθεί η πολιτεία αυτόν που διέπραξε ένα αδίκημα αλλά για να διαφυλάξει την αρμονική συμβίωση και ισορροπία μέσα στην πόλη, απομακρύνοντας οποιοδήποτε ταραχοποιό στοιχείο.

 

5. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «ὥστε κατὰ τοῦτον τὸν λόγον.......καὶ διδακτὸν ἀρετήν

«ὥστε κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ Ἀθηναῖοί εἰσι τῶν ἡγουμένων παρασκευαστὸν εἶναι καὶ διδακτὸν ἀρετήν.»

Έτσι, φτάνουμε στη διατύπωση του συλλογισμού του Πρωταγόρα, που αποτελεί και το επιχείρημά του για να αποδείξει ότι η αρετή διδάσκεται: εφόσον κάποιος κάνει χρήση της έλλογης τιμωρίας με στόχο να αποτρέψει την επανάληψη ενός αδικήματος στο μέλλον, αυτό σημαίνει πως πιστεύει ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί˙ θεωρεί δηλαδή ότι με την επίδραση της ποινής, ενός εξωτερικού παράγοντα, ο άνθρωπος που αδίκησε μπορεί να αποβάλει την αδικία, να συνετιστεί, να βελτιωθεί και να στραφεί στην αρετή κάνοντάς τη σταδιακά κτήμα του. Αν υπήρχε η αντίληψη ότι η αρετή είναι έμφυτο χαρακτηριστικό, θα ήταν μάταιο να επιβάλλονται ποινές, αφού όλοι θα γεννιόμαστε με ή χωρίς την αρετή, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να μεταβληθεί.

Εν συντομία, ο συλλογισμός έχει ως εξής:

1η προκείμενη: η τιμωρία επιβάλλεται για αποτροπή επανάληψης της αδικίας.
2η προκείμενη: αυτό στηρίζεται στην πεποίθηση ότι με τη διδασκαλία-τιμωρία θα επέλθει ο σωφρονισμός, η βελτίωση του ανθρώπου και η κατάκτηση της αρετής.

Συμπέρασμα: η αρετή είναι διδακτή.

 

6. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ: «ταύτην οὖν τὴν δόξαν..........διδακτὸν ἀρετήν

 

«ταύτην οὖν τὴν δόξαν πάντες ἔχουσιν ὅσοιπερ τιμωροῦνται καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ. Τιμωροῦνται δὲ καὶ κολάζονται οἵ τε ἄλλοι ἄνθρωποι οὓς ἂν οἴωνται ἀδικεῖν, καὶ οὐχ ἥκιστα Ἀθηναῖοι οἱ σοὶ πολῖται˙ ὥστε κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ Ἀθηναῖοί εἰσι τῶν ἡγουμένων παρασκευαστὸν εἶναι καὶ διδακτὸν ἀρετήν

Το προηγούμενο συμπέρασμα γενικεύεται σε όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι επιβάλλουν τιμωρίες με αυτό το σκεπτικό. Στην ιδιωτική ζωή (ἰδίᾳ) οι γονείς και οι παιδαγωγοί τιμωρούν τα παιδιά και τους μαθητές τους. Στη δημόσια ζωή (δημοσίᾳ) τα όργανα του κράτους επιβάλλουν ποινές σε όσους παραβιάζουν τους νόμους. Μέσα σ’ αυτό το σύνολο ανήκουν και οι Αθηναίοι, τους οποίους αναφέρει ο Πρωταγόρας για να απαντήσει στη θέση του Σωκράτη. Ο τελευταίος είχε ισχυριστεί ότι οι Αθηναίοι δεν πιστεύουν ότι η αρετή είναι διδακτή. Ο Πρωταγόρας με το συλλογισμό του αποδεικνύει ότι οι Αθηναίοι επιβάλλουν τιμωρίες κι επομένως, πιστεύουν ότι η αρετή διδάσκεται.

 

7. Το επιχείρημα του Πρωταγόρα για «τὸ διδακτὸν» της αρετής και η κριτική του.

«Ὡς μὲν οὖν εἰκότως ἀποδέχονται οἱ σοὶ πολῖται καὶ χαλκέως καὶ σκυτοτόμου συμβουλεύοντος τὰ πολιτικά, καὶ ὅτι διδακτὸν καὶ παρασκευαστὸν ἡγοῦνται ἀρετήν, ἀποδέδεικταί σοι, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς, ὥς γέ μοι φαίνεται.»
Εδώ ολοκληρώνεται η απάντηση του Πρωταγόρα στο πρώτο επιχείρημα του Σωκράτη (ενότητα 1η: «Μάλιστα, ωραία τέχνη κατέχεις λοιπόν … αυτό είναι κάτι που διδάσκεται»). Έχει, λοιπόν, από τη μια αποδείξει ότι αποδέχεται την άποψη του Σωκράτη για την καθολικότητα της αρετής και από την άλλη έχει ανασκευάσει τη θέση του ότι η αρετή δεν είναι διδακτή.

«… ἀποδέδεικταί σοι, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς, ὥς γέ μοι φαίνεται.»
Ο Πρωταγόρας ολοκληρώνει το επιχείρημά του γεμάτος αυτοπεποίθηση και αυταρέσκεια (ἱκανῶς), πιστεύοντας ότι αντιμετώπισε με πειστικότητα τον αντίπαλό του, Σωκράτη. Έτσι, ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του και ενισχύει το κύρος του ως κορυφαίου διανοητή της εποχής του. Συγχρόνως, στο τέλος, μετριάζει ευγενικά τη στάση του με τη φράση «ὥς γέ μοι φαίνεται».

Κριτική του συμπεράσματος του Πρωταγόρα («… ἀποδέδεικταί σοι, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς …»)
Το επιχείρημα του Πρωταγόρα μπορεί να θεωρηθεί μη πειστικό για τους εξής λόγους:

α) Η άποψη ότι οι άνθρωποι επιβάλλουν τιμωρίες σε όσους διαπράττουν αδικήματα, επειδή αδιαφόρησαν να αποκτήσουν την αρετή, κι επομένως, ότι η αρετή είναι διδακτή είναι μια άποψη που δεν μπορεί να υιοθετηθεί ανεπιφύλακτα, γιατί πρέπει πρώτα να αποδειχθεί. Ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί δηλαδή την αποδεικτέα θέση (ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται) και ως αποδεικτικό στοιχείο. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, έχουμε το σόφισμα της λήψεως του ζητουμένου.
β) Η πρωτοποριακή και γενικά αποδεκτή θέση του Πρωταγόρα για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας θεωρείται δεδομένη αλλά ανήκει μάλλον στη σφαίρα της θεωρίας και της δεοντολογίας (= τι πρέπει να συμβαίνει) και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ιδιαίτερα εκείνης της εποχής.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

Αντίθεση
δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν…

Λιτότητα
οὐχ ἥκιστα

 

ΕΚΦΩΝΗΣΕΙΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ ΑΝΟΙΧΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

Ερμηνευτική ερώτηση 1.
Πώς παρουσιάζει εδώ την έννοια της τιμωρίας ο Πρωταγόρας; Αναλύστε τη θέση του, όπως παρουσιάζεται στο λόγο του, στις δύο τελευταίες ενότητες.
(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 88)

 

Ερμηνευτική ερώτηση 2.
Με ποιο πνεύμα νομίζετε ότι θα πρέπει μια κοινωνία να εφαρμόζει το νόμο και τις ποινές στους παραβάτες;
(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 88)

 

Ερμηνευτική ερώτηση 3.
Να συγκρίνετε τη θέση του Πρωταγόρα για την τιμωρία με την αντίληψη που υπήρχε γι’ αυτή στην εποχή του. Ποιες ομοιότητες και διαφορές εντοπίζετε;

 

Ερμηνευτική ερώτηση 4.
Πώς κρίνετε τη θέση του Πρωταγόρα για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας σε σχέση με την εποχή της;

 

Ερμηνευτική ερώτηση 5.
Ο Πρωταγόρας μιλώντας στην 4η ενότητα για τη θανατική ποινή και στην 6η για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας φαινομενικά πέφτει σε αντίφαση. Εξηγήστε σε τι συνίσταται η αντίφαση αυτή και πώς τελικά αίρεται.

 

Ερμηνευτική ερώτηση 6.
Πώς ο Πρωταγόρας μέσα από την ανάλυση της θέσης του για την επιβολή τιμωριών φτάνει να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται; Αξιολογήστε την πειστικότητα του επιχειρήματός του.

 

Ερμηνευτική ερώτηση 7.
Ποια συναισθήματα νομίζετε ότι διακατέχουν τον Πρωταγόρα στο τέλος της 6ης ενότητας, αν κρίνετε από τη φράση του «… ἀποδέδεικταί σοι, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς, ὥς γέ μοι φαίνεται»;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ ΑΝΟΙΧΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

 

Απάντηση ερμηνευτικής ερώτησης 1.
Ο Πρωταγόρας αναφέρεται σε δύο είδη τιμωρίας κάνοντας χρήση δύο διαφορετικών ρημάτων:

α) Με το ρήμα τιμωροῦμαι αναφέρεται στην τιμωρία που έχει ως στόχο την εκδίκηση και την ικανοποίηση του αδικηθέντος.
β) Με το ρήμα κολάζω αναφέρεται στην έλλογη τιμωρία.

Κατά τη γνώμη του, ο άνθρωπος ως έλλογο ον οφείλει να επιβάλλει τιμωρίες με το δεύτερο σκεπτικό, απορρίπτοντας τα κίνητρα της ανταπόδοσης και της αντεκδίκησης. Η τιμωρία, για τον Πρωταγόρα, έχει παιδευτικό χαρακτήρα και όχι εκδικητικό και κατασταλτικό. Στόχος της δεν είναι η θεραπεία ενός αδικήματος που έχει ήδη διαπραχθεί, γιατί αυτό αποτελεί μια συντελεσμένη πια πραγματικότητα η οποία δεν μπορεί να αλλάξει («οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη»). Αντίθετα, αφορά την αποτροπή διάπραξης μιας άδικης πράξης στο μέλλον («τοῦ μέλλοντος χάριν»). Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος της είναι διττός:

  • ο σωφρονισμός του παραβάτη («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος»), ώστε να μη διαπράξει ποτέ ξανά στο μέλλον αδίκημα και
  • ο παραδειγματισμός («μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα») των υπολοίπων.

 

Απάντηση ερμηνευτικής ερώτησης 2.
Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για το χαρακτήρα των ποινών που επιβάλλονται από την πολιτεία. Επικρατέστερη είναι η αντίληψη σύμφωνα με την οποία:

  • ο νόμος πρέπει να περιφρουρεί τα δικαιώματα των πολιτών και να διασφαλίζει την αρμονική συμβίωση μέσα στην κοινωνία,
  • πρέπει να γίνεται εξαντλητική διερεύνηση της ενοχής ενός προσώπου, ώστε να αποφεύγεται η επιβολή άδικης ποινής,
  • η ποινή πρέπει να έχει ως στόχο το σωφρονισμό και τον παραδειγματισμό και να μην αποτελεί μέσο εκδίκησης και επίδειξης ισχύος εκ μέρους της πολιτείας,
  • η πολιτεία πρέπει να εξασφαλίζει ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης στα σωφρονιστικά ιδρύματα,
  • πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την ομαλή επανένταξη των κρατουμένων στο κοινωνικό σύνολο,
  • πρέπει να εντοπίζεται ο παραβάτης του νόμου με κατανόηση και ανθρωπιά.

 

Απάντηση ερμηνευτικής ερώτησης 3.
Η θέση του Πρωταγόρα συγκριτικά με τις αντιλήψεις της εποχής του είναι διαμετρικά αντίθετη. Πιο συγκεκριμένα, η τιμωρία, για τον Πρωταγόρα, έχει παιδευτικό χαρακτήρα και όχι εκδικητικό και κατασταλτικό. Στόχος της δεν είναι η θεραπεία ενός αδικήματος που έχει ήδη διαπραχθεί, γιατί αυτό αποτελεί μια συντελεσμένη πια πραγματικότητα η οποία δεν μπορεί να αλλάξει («οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη»). Αντίθετα, αφορά την αποτροπή διάπραξης μιας άδικης πράξης στο μέλλον («τοῦ μέλλοντος χάριν»). Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος της είναι διττός:

  • ο σωφρονισμός του παραβάτη («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος»), ώστε να μη διαπράξει ποτέ ξανά στο μέλλον αδίκημα και
  • ο παραδειγματισμός («μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα») των υπολοίπων.

Οι Αθηναίοι, αντίθετα, συνέδεαν την τιμωρία με την εκδίκηση και με την ικανοποίηση του ίδιου του παθόντος ή των συγγενών ενός θύματος. Όπως πίστευαν ότι η αλαζονεία (ὕβρις) προκαλεί την οργή (τίσις) και την τιμωρία (νέμεσις) των θεών με στόχο την αποκατάσταση της ηθικής τάξης, κάτι ανάλογο ακολουθούσαν και στην καθημερινότητά τους στη συναναστροφή τους με τους άλλους ανθρώπους. Μια τέτοια στάση, βέβαια, δικαιολογείται, αν λάβουμε υπόψη τον πόνο και την αγανάκτηση του ανθρώπου που υφίσταται την αδικία. Η ομοιότητα, που θα μπορούσαμε να διακρίνουμε, είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις στόχος της ποινής είναι να μην επαναληφθεί η άδικη πράξη.

 

Απάντηση ερμηνευτικής ερώτησης 4.
Η άποψη του Πρωταγόρα κρίνεται ιδιαίτερα ρηξικέλευθη και πρωτοποριακή για την εποχή της, καθώς παρόμοιες αντιλήψεις άρχισαν να ακούγονται και να εφαρμόζονται για πρώτη φορά την εποχή του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (18ος μΧ. αιώνας) από τον Τσεζάρε Μπεκαρία στο έργο του «Περί Εγκλημάτων και Ποινών». Ωστόσο για την εποχή της ήταν μάλλον ανεφάρμοστη, γιατί οι Αθηναίοι συνέδεαν την τιμωρία με την εκδίκηση και με την ικανοποίηση του ίδιου του παθόντος ή των συγγενών ενός θύματος. Όπως πίστευαν ότι η αλαζονεία (ὕβρις) προκαλεί την οργή (τίσις) και την τιμωρία (νέμεσις) των θεών με στόχο την αποκατάσταση της ηθικής τάξης, κάτι ανάλογο ακολουθούσαν και στην καθημερινότητά τους στη συναναστροφή τους με τους άλλους ανθρώπους. Μια τέτοια στάση, βέβαια, δικαιολογείται, αν λάβουμε υπόψη τον πόνο και την αγανάκτηση του ανθρώπου που υφίσταται την αδικία.

 

Απάντηση ερμηνευτικής ερώτησης 5.
Ο Πρωταγόρας στην 4η ενότητα πρότεινε ως ποινή για όποιον δε συμμετέχει στην αἰδῶ και τη δίκη τη θανατική ποινή («κτείνειν ὡς νόσον πόλεως»). Σ’ αυτή την ενότητα, αντίθετα, μιλά για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα»). Φαινομενικά, λοιπόν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια αντίφαση: η θανατική ποινή δεν αφήνει περιθώρια βελτίωσης στο δράστη σε αντίθεση με την έλλογη τιμωρία.
Η αντίφαση αίρεται
, αν λάβουμε υπόψη μας και το ακόλουθο χωρίο της 7ης ενότητας: «… πρέπει να εκδιώκουμε από την πόλη ή να σκοτώνουμε ως ανίατο όποιον δεν υπακούει σε αυτό το πράγμα ακόμα και μετά τη διδασκαλία, ακόμα και μετά την τιμωρία». Η θανατική ποινή αποτελεί, λοιπόν, έσχατο μέσο τιμωρίας που επιβάλλεται όταν οι άλλες μορφές τιμωρίας (νουθεσίες, θυμοί, μικρές τιμωρίες, εξορία και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων) δεν έχουν επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή το σωφρονισμό του δράστη. Μάλιστα επιβάλλεται όχι για να εκδικηθεί η πολιτεία αυτόν που διέπραξε ένα αδίκημα αλλά για να διαφυλάξει την αρμονική συμβίωση και ισορροπία μέσα στην πόλη, απομακρύνοντας οποιοδήποτε ταραχοποιό στοιχείο.

 

Απάντηση ερμηνευτικής ερώτησης 6.
Το επιχείρημα του Πρωταγόρα, για να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται, έχει ως εξής: εφόσον κάποιος κάνει χρήση της έλλογης τιμωρίας με στόχο να αποτρέψει την επανάληψη ενός αδικήματος στο μέλλον, αυτό σημαίνει πως πιστεύει ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί˙ θεωρεί δηλαδή ότι με την επίδραση της ποινής, ενός εξωτερικού παράγοντα, ο άνθρωπος που αδίκησε μπορεί να αποβάλει την αδικία, να συνετιστεί, να βελτιωθεί και να στραφεί στην αρετή κάνοντάς τη σταδιακά κτήμα του. Αν υπήρχε η αντίληψη ότι η αρετή είναι έμφυτο χαρακτηριστικό, θα ήταν μάταιο να επιβάλλονται ποινές, αφού όλοι θα γεννιόμαστε με ή χωρίς την αρετή, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να μεταβληθεί. Το επιχείρημα του Πρωταγόρα μπορεί να θεωρηθεί μη πειστικό για τους εξής λόγους:

α) Η άποψη ότι οι άνθρωποι επιβάλλουν τιμωρίες σε όσους διαπράττουν αδικήματα, επειδή αδιαφόρησαν να αποκτήσουν την αρετή, κι επομένως, ότι η αρετή είναι διδακτή είναι μια άποψη που δεν μπορεί να υιοθετηθεί ανεπιφύλακτα, γιατί πρέπει πρώτα να αποδειχθεί. Ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί δηλαδή την αποδεικτέα θέση (ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται) και ως αποδεικτικό στοιχείο. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, έχουμε το σόφισμα της λήψεως του ζητουμένου.

β) Η πρωτοποριακή και γενικά αποδεκτή θέση του Πρωταγόρα για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας θεωρείται δεδομένη αλλά ανήκει μάλλον στη σφαίρα της θεωρίας και της δεοντολογίας
(= τι πρέπει να συμβαίνει) και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ιδιαίτερα εκείνης της εποχής.

 

Απάντηση ερμηνευτικής ερώτησης 7.
Ο Πρωταγόρας ολοκληρώνει το επιχείρημά του γεμάτος αυτοπεποίθηση και αυταρέσκεια (ἱκανῶς), πιστεύοντας ότι αντιμετώπισε με πειστικότητα τον αντίπαλό του, Σωκράτη. Έτσι, ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του και ενισχύει το κύρος του ως κορυφαίου διανοητή της εποχής του.
Συγχρόνως, στο τέλος, μετριάζει ευγενικά τη στάση του με τη φράση «ὥς γέ μοι φαίνεται».

 

ΕΚΦΩΝΗΣΕΙΣ ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΩΝ ΑΣΚΗΣΕΩΝ

 

Λεξιλογική άσκηση 1.
Να δώσετε από δύο ομόρριζα στη νέα ελληνική για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις: νουθετεῖ, μαθήσεως, κτητῆς, ἠδίκησεν, πραχθὲν, δόξαν.

 

Λεξιλογική άσκηση 2.
Να βρείτε στο κείμενο λέξεις ετυμολογικά συγγενείς με τις παρακάτω: ένδειξη, λογική, ένδοξος, προνομιούχος, προθυμία, ιδιότροπος.

 

Λεξιλογική άσκηση 3.
Να συμπληρώσετε τις παρακάτω προτάσεις με παράγωγα του ἰδὼν<ὁρῶ.
α) Το ουράνιο τόξο που εμφανίστηκε στον ουρανό δεν ήταν …………………… για πολλή ώρα.
β) Ένας ……………………………… μπορεί εύκολα να διαγνώσει αν έχεις προβλήματα ……………………….
γ) Ένας καλός πολιτικός πρέπει να διακρίνεται από ………………………….
δ) Ένα μεγάλο ποσοστό των εκπομπών που προβάλλονται στην ……………………… είναι ακατάλληλες για ανηλίκους.
ε) Είναι τυχερός˙ οι ουλές που του άφησε ο τραυματισμός είναι …

 

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΩΝ ΑΣΚΗΣΕΩΝ

 

Απάντηση λεξιλογικής άσκησης 1.
νουθετεῖ -> διάνοια, θήκη
μαθήσεως -> μαθητής, μαθησιακός
κτητῆς -> απόκτημα, κτητικός
ἠδίκησεν -> δικαιοσύνη, δικαιολογία
πραχθὲν -> σύμπραξη, πραγματεία
δόξαν -> δογματικός, επίδοξος

 

Απάντηση λεξιλογικής άσκησης 2.
ένδειξη -> ἀποδέδεικται
λογική -> ἀλογίστως, λόγου
ένδοξος -> δόξαν
προνομιούχος -> ἔχων, ἔχουσιν
προθυμία -> θυμοῦται
ιδιότροπος -> ἀποτροπῆς, ἰδίᾳ

 

Απάντηση λεξιλογικής άσκησης 3.

α) Το ουράνιο τόξο που εμφανίστηκε στον ουρανό δεν ήταν …………ορατό………… για πολλή ώρα.
β) Ένας ………οφθαλμίατρος………… μπορεί εύκολα να διαγνώσει αν έχεις προβλήματα …………όρασης…………….
γ) Ένας καλός πολιτικός πρέπει να διακρίνεται από ………διορατικότητα……….
δ) Ένα μεγάλο ποσοστό των εκπομπών που προβάλλονται στην ………τηλεόραση……… είναι ακατάλληλες για ανηλίκους.
ε) Είναι τυχερός˙ οι ουλές που του άφησε ο τραυματισμός είναι ………αδιόρατες…….

 

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 02 Νοέμβριος 2011 22:34  


Μεταφραση